Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

ΣΤΟΥ ΒΑΚΧΟΥ ΤΟ ΙΕΡΟ ΘΥΣΙΑΣΤΗΡΙΟ (Καζάνι στην Σεγδίτσα)

Ατελείωτη Ελλάδα!



   Απομεσήμερο. Στην νότια μεριά του μικρόκαμπου της Σεγδίτσας, εκεί που ο φευγάτος δρόμος απ’το χωριό, στρίβει μετά το γεφύρι με τα πλατάνια, κατά το Μουκεχρί. Εκεί, σ’ ένα μεγάλο καλύβι, ακουμπισμένο στα βορινόπλευρα του Κουνουκλιά, που τηράει κατά το χωριό, το 51, την Ρεκά και τον Τεπελένη, εκεί, σ’ εκείνο το σενιαρισμένο μεγαλοκάλυβο μαζευτήκαμε καμιά 20αριά νοματαίοι, για να τηρήσουμε το έθιμο της δοκιμής του ανόθευτου δάκρυο-στάφυλου, που θα βγεί απ’ τα βρασμένα μέσα στο καζάνι τσάμπουρα.

   Απομεσήμερο στην Σεγδίτσα. Σφραγίστηκε ο άμβυκας, μπήκαν οι φωτιές κι ο νοικοκύρης ο Νίκος ο Κούκος, έφερε δυο αγκαλιές άγρια πουρναρόξυλα, για να φτιαχτεί η καρβουνοφωτιά στην ψησταριά απ’ έξω, κι εκεί να αρχίσουν να ετοιμάζονται τα πρόσφορα για την από αιώνων θυσία-τραπέζωμα.

  Σαλωνίτες, Ιτιώτες, Σεγδιτσιώτες, ακόμα και Γαλαξειδιώτες είχαμε μαζευτεί εκείνο το απομεσήμερο τριγύρω απ’τις δυό σχάρες που έκατσαν πάνω απ’ τα κάρβουνα, όσην ώρα που αυτές γιόμιζαν, άδειαζαν και ξαναγιόμιζαν με λουκάνικα, παντσέτες και χοιρινά παΐδια. Και με την τσίκνα να περνάει απ’ τα ρούχα και να κονακεύει απάνω στο πετσί μας, ενώ αρχίσαν οι χοές να καίνε τα λαρύγγια, με το περσινό το τσίπουρο να βοηθάει να κατέβουν μέσα μας τα πρώτα φρούτα της φωτιάς.

  Λίγη δροσούλα έκανε, κι εκεί στο μικρό το άπλωμα εμπρός απ’ το καλύβι, είχε αρχίσει η προετοιμασία για την γιορτή του Βάκχου, που θα γινόταν μέσα στο δωμάτιο. Με το μεγαλωμένο για την περίσταση τραπέζι, να γιομίζει όλον τον χώρο, εμπρός απ’ το παλιό τζάκι, και δίπλα από το καζάνι που δούλευε από μόνο του. Ενώ οι δυο τοίχοι οι καταφορτωμένοι μ’ εργαλεία, φωτογραφίες κι αναμνήσεις, να μαρτυράνε την ιστορία, την κληρονομιά και την βιοπάλη σε αυτόν εδώ τον τόπο, ετούτων εδώ των ανθρώπων, από πολλά χρόνια πίσω.

  Προσπαθούσε να καταλάβει ένας φερτός απ’ την Γερμανία στο Γαλαξείδι, που τον έφερε η μοίρα του να μοιράζεται μαζί μας στην Σεγδίτσα τα πρόσφορα και τις χοές για την θυσία στον Βάκχο, τι να σημαίνει η λέξη που του είπαμε : Αθανασία.
Δεν την είχε μέσα του το τρίγλωσσο λεξιλόγιό του. Και δεν μπορούσε να καταλάβει το ευρωπαϊκό μυαλό του, τι ήθελε να πεί ο έλληνας με αυτή τη λέξη, όταν τσικνισμένος και κρατώντας ένα ποτήρι τσίπουρο, βλέπει εμπρός του το μικρό αμπέλι πούδωσε τα τσάμπουρα, τα πουρνάρια τις αμυγδαλιές και τα κυπαρίσσια παραδίπλα, την πρασινάδα και την γύμνια των τριγύρω βουνών και την αγριάδα του τοπίου να γίνονται το αιώνιο βιός του και η αυριανή διαθήκη του.
   Όταν όμως μετά από λίγο, κάτσαμε όλοι μαζί γύρω απ’ το γιομάτο τραπέζι, με τις πίτες και τις σαλάτες που φέρανε οι νοικοκυρές της παρέας, με τα ψημένα απ’ έξω μέσα σε δυο ταψιά και με το κρασο-τσίπουρο νάχει λευτερώσει τις φωνές και τα γέλια, τότε έβγαλε κι αυτός απ’ το σακούλι του ένα κλαρίνο κι άρχισε να παίζει. Να παίζει μ’ έναν ήχο γλυκόν και σπουδαγμένον, μ’ ένα μουσικό αλλιώτικο παράπονο να βγαίνει μέσα απ’ τ’ όργανο, σαν να πενθούσε και σα να γιόρταζε μαζί. 
 Έβγαλε κι ο έλληνας φίλος του τον ταμπουρά πούχε φέρει μαζί του, κι άρχισε με το τρίχορδο να αγαντάρει την πεθυμιά του κλαρίνου. Μια σιγανή κιθάρα, ήρθε και συμπλήρωσε το σκόρπισμα των ήχων μέσα στην ζεστή κάμαρα, κι όλοι νοιώθαμε ότι ένας θεός ήταν εκεί μέσα, μοιραζόταν τον αέρα μαζί μας και καμάρωνε.

Στο πέμπτο τσούγκρισμα των ποτηριών κι ενώ η πρώτη καζανιά είχε τελειώσει, γύρισε ο Γερμανός κλαρινιστής και ρώτησε τον διπλανό του : 
- Πώς το είπες αυτό προηγουμένως; Αθανασία;...   
Και βάλαμε όλοι τα γέλια.

  Έξω είχε νυχτώσει για τα καλά. Θά’χε φτάσει 9 η ώρα κι όσο έτρεχε εκείνη η βρυσούλα με το θείο απόσταγμα από το καζάνι, τόσο ερχόντουσαν κι άλλοι, τόσο η φωτιά απ’ έξω με τα πουρναρόξυλα ξανάναβε κι όλα δείχναν ότι η νύχτα θάταν μεγάλη. Τελείωνε δεν τελείωνε το καζάνιασμα.

Κινήσαμε να φύγουμε εμείς οι Ιτιώτες. Κι απ' ότι μάθαμε την άλλη μέρα το βράδυ, ίσα που δεν πήγανε οι Σαλωνίτες της παρέας, στον πρωϊνό όρθρο στην εκκλησία της Σεγδίτσας...

Νοέμβρης, Φωκίδα, τσιπουροκάζανο, Αθανασία...




1 σχόλιο: