Τρίτη, 9 Ιουλίου 2019

ΣΤΟΥ "ΛΙΑΠΗ" ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ

Καϋμοί της Αγκάλης
   "Οχτώ νοματαίοι είμασταν μαζεμένοι κι είχαμε βάλει στη μέση δυό πιατέλες προβατίνα κοντοσούβλι, που την είχε περιποιηθεί πάνω στα κάρβουνα ο Λιάπης, ο μαγαζάτορας.  Είχε φέρει δε κι ο Μήτσος ο ιπτάμενος απ' την προηγούμενη ένα σπληνάντερο, παραγγελιά δικιά του σ' έναν χασάπη στην Βουνιχώρα κι άμα βάλεις και τα σαλατικά, το ψωμοτύρι και το κρύο ροζέ κρασί, τότε καταλάβαινες ότι εκείνο το βράδυ, το μόνο που 'λειπε από 'κείνο το τραπέζι, ήταν η ανορεξιά...
   Το συνηθίζουμε κάπου και πού, να βρισκόμαστε, να γελάμε και να θυμόμαστε τα παλιά μας, όλοι εκείνοι που είχαμε για πρώτη δασκάλα την κυρία Ρένα και μετά την Μίκα, την Ευθυμία και τον Ανδρέα.  Το συνηθίζουμε χρόνια τώρα να μαζευόμαστε σ' ένα μαγαζί-ταβέρνα, διαλέγοντας κάθε φορά και κάποιο διαφορετικό, ανάλογα με την εποχή και τον καιρό.


  Βραδάκι ζεστό, με την πλατεία μπροστά απ' την ταβέρνα του Λιάπη στην δυτική πλευρά της Ιτέας, νάναι γεμάτη με τραπέζια και κόσμο, με την θάλασσα παραδίπλα νάναι ακίνητη και με την θερμοκρασία στον υγρό αέρα, να μη λέει να πέσει ακόμα.  Κι ας πλησιάζανε μεσάνυχτα.
  Σωσμό δεν είχαν τα πειράγματα, οι θύμισες και τα γέλια και ξαναγινόμασταν όλοι παιδιά, έχοντας στη μέση μια κοντοσουβλιά προβατίνας, πιό νόστιμης και τρυφερής, ακόμα κι απ' το παιδί της.

  Και τότε, εμφανίστηκε ο Βασίλης, ο γιός του Κώστα του μηχανικού.  Μόλις είχε δέσει την βάρκα του στη μικρή μαρίνα, εκεί δίπλα μας, είδε τον πατέρα του και την παρέα μας κι ήρθε να 'πεί ένα γειά και να του δείξει τα κόπια του.  Είχε βγεί στη θάλασσα για νυχτερινό ψάρεμα και για να μαζέψει το παραγάδι πούχε ρίξει.  Μόλις όμως είδε τι είχε πιαστεί στο παραγάδι του, τα μάζεψε και βγήκε έξω.  Γιατί αυτό και μόνο, του 'φτανε.
-  Τσαούσης είναι, είπε ο Κλεόβουλος ο μπάτσος.
-  Τι λές μωρέ, απάντησε ο Τάκης ο Μόργκαν.  Δεν βλέπεις ότι είναι φαγκρί!
-  Σιγά να μην είναι καρχαρίας!... αντέδρασε ο Γιώργος ο μαραγκός, που καταλάβαινε λίγο από ψάρια.
Ο Κώστας  είχε βγάλει το ψάρι απ' τον κουβά πούχε για την ψαριά ο γιός του και αποφάνθηκε :
-  Είναι Λιθρίνι! 
Το χαζεύαμε.  Και μαζί μας κι όλο το μαγαζί, που έβλεπε την σκηνή.
-  Αυτό, δεν κάνει να ψηθεί, είπε τότε ο Νίκος, ο γαλλοανατραφείς σεφ της παρέας.  Αυτό θέλει μαγείρεμα.  Εσύ τι λές; ρώτησε τον Γιώργο τον Λογιστή που καθόταν δίπλα του.
-  Να ρωτήσουμε πρώτα τον ιδιοκτήτη του, εάν το πουλάει, απάντησε εκείνος.

Κι ενώ όλοι συζητούσαν για ετούτο εδώ το δημιούργημα της θάλασσας, ήρθε δίπλα μου ο Κώστας απ' το κατάστημα και με ρώτησε :
-  Κι εσείς, τι λέτε;
Κοντοστάθηκα.  Και το μόνο που μούρθε στο μυαλό, ήταν να στραφώ προς την παρέα και να ρωτήσω :
-  Ευκαιρούμε όλοι για αύριο το βράδυ;..."


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου