Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2019

ΕΟΡΤΑΖΟΝΤΑΣ...

"Γιορτάζοντας της μοναξιάς την μέρα"

  "Καρτέραε μέχρι που στέρεψε το φως της μέρας, απ' την κάμαρη.  Ώρες πολλές περάσανε και το μόνο π' άκουγε μέσα σ' εκείνο το τετράτοιχο μ' ένα παράθυρο τσιμεντοκούτι, ήτανε η ανάσα του.  Κάπου και πού έκανε μόνος του και λίγο φασαρία, ίσαμε που να δοκιμάζει το λαρύγγι του και τ' αυτιά του, αν δουλεύουν ακόμα.  Τήραε μια τα βιβλία του, μια τις κρεμασμένες εικόνες στους τοίχους κι ενώ περνούσαν οι ανήμπορες ώρες, εκείνος ακόμα μέχρι που βράδιασε, καρτέραε την επαφή, το μήνυμα ή το τηλεφώνημα, καρτέραε την ευχή : χρόνια πολλά, πατέρα...

  Η μοναξιά τον είχε από καιρό περιτυλήξει σαν σαβανοσέντονο κι όσο και να την πάλευε, ετούτη εδώ τη μέρα, δεν έλεγε η κακούργα ν' αφήσει το μυαλό του να κοπιάσει με τίποτε άλλο. Νύχτωσε κι αυτήν την πρόσφατη αφέντρα της ζωής του, σαν σκιά την φανταζόταν, που στεκόταν απέναντί του μέσ' την κάμαρη και του κούναγε το δάχτυλο του χεριού της, σαν να τον κανάκευε και σαν να τον απειλούσε μαζί. Κι ήταν κι εκείνη η σιωπή, πού 'χε καταπλακώσει την καρδιά του, κάνοντας τους χτύπους της να τους αισθάνεται μόνο, σαν κούνημα στις φλέβες, σαν την μοναδική απόδειξη ότι ζεί ακόμα.  Κι οι ώρες περνούσαν, η μέρα σωνόταν, μα η ευχή δεν ερχόταν.

  Με τόνα χέρι το σήκωνε κάποτε ψηλά κι εκείνο ξεκαρδιζόταν στα γέλια.  Κι όταν άρχισε με τον καιρό να στεριώνει λέξεις, τότε φώναζε "πάλι, πάλι!...".  Σαν νάταν προψές κι ας είχαν περάσει χρόνια.

  Στράγγιξε ότι είχε απομείνει απ' το μπουκάλι με τον Γιάννη τον περπατητή πούχε δίπλα του κι αισθανόταν σαν να βούλιαζε συνέχεια, σαν να χανόταν, έτσι όπως ήταν από ώρα ακίνητος, μέσα στην πολυθρόνα. Το σκοτάδι είχε γεμίσει πιά τον χώρο μέσα κι έξω απ' τους τοίχους κι αντί για φως, άναψε το παλιό κηροπήγιο στο μικρό τραπεζάκι σιμά του, έτσι, ίσα για να μπορεί να σπρώχνει την ματιά του λίγο παραπέρα.

  Και τότε χτύπησε το τηλέφωνο.  Το κουδούνισμά του σαν να 'φερε οξυγόνο και να δροσέρεψε τον αγέρα μέσ' την κάμαρη, κάνοντας την καρδιά του να θέλει να πεταχτεί έξω απ' τα στήθια του για να προκάμει πρώτη να σηκώσει τ' ακουστικό.  Το μόνο που κατάλαβε τότε, ήταν, ότι είχαν νωτίσει τα βλέφαρά του..."


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου